Τρίτη, Μαΐου 15, 2018




Μπήκα εδώ για να δω τι είχα γράψει όταν πέθανες. Πέρασαν 11 χρόνια φέτος. Έντεκα. Πάνω από 10.

Είδα ότι μέτραγα τους μήνες και είναι μια κατάσταση που τη θυμάμαι ως θολούρα, κάπως ασαφή, λίγο σαν να επιπλέεις με κλειστά μάτια.
Έχω πάρει φωτογραφίες σου μαζί μου. Για να θυμάμαι αυτή την άλλη ζωή.

Στο μεταξύ, οι ζώντες μας παίζουν διάφορα παιχνίδια – αυτό δεν κάνουν πάντα;
Μας θυμούνται ή μας ξεχνάνε, κι εμείς αυτούς. Άνθρωποι για τους οποίους έλεγα ότι η σχέση μας θα κρατήσει για πάντα, όπου για πάντα είναι έως τα γεράματα, εξαφανίζονται – και φτάνεις να χαίρεσαι που έγινε κάπως ανώδυνα και χωρίς εντάσεις, χωρίς καυγάδες, απλά ως «φυσική κατάληξη» - εκεί θα πήγαινε.

Δεν ξέρω τι μετράει πλέον ως απώλεια. Ίσως περισσότερα αλλά μπορεί και λιγότερα από αυτά που νομίζω.

Άνθρωποι από τους οποίους εξαφανίστηκες εσύ, σε θυμούνται – ίσως δεν σε ξέχασαν ποτέ; Ποιος ξέρει. Εμφανίζονται σαν φαντάσματα που ανακάλυψαν το τηλέφωνο.
Αντί να στο κλείσω, έκατσα να σε ακούω να λες διάφορα με τρεμάμενη φωνή, εμφανώς ταραγμένος. Μετά είπαμε την ίδια πρόταση, με έπιασε νευρικό γέλιο, η φωνή σου είναι το κουμπί της μηχανής του χρόνου.

Οι άνθρωποι εδώ, αυτό το αμείλικτο εδώ – σε αυτό είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι. Και ζητάμε επιείκεια. Χωρίς να έχουμε πάντα να δώσουμε.


Στη φωτογραφία, η Λιβ και ο Ίνγκμαρ κοιτάνε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό είναι αγάπη.

eXTReMe Tracker